Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

ένα [μόνο] λαμπάκι δεν φέρνει τα χριστούγεννα.

Ένα χρόνο πρίν η εορταστική στηλη του λεκορμπυζιέ μιλούσε για το κιτς. Είναι κάτι παραπάνω από απλή παρατήρηση του περιβάλλοντος μας που μας εξωθει ακόμα, ένα χρόνο μετά, να ασχολούμαστε με το ίδιο ζήτημα. 
Είναι ανάγκη. 
Τότε κλείναμε, σχεδόν, τον κύκλο μας, έχοντας στο νού μας μια ταυτότητα σπασμένη σε κομμάτια [πατσγουορκ], καναμε μια προσπαθεια να βρούμε που ανηκουμε. Το κιτς ίσως ηταν η καλυτερη απαντηση που μας ένωνε. 
Ο λεκορμπυζιές ηταν κιτς. Ένα κίτρινο τετρασέλιδο με πανκ αισθητική, που ασχολήθηκε, μέσα απο τη ματιά των συντακτών του, κυριως με τα τεκταινόμενα της σχολής. 
Βλέπαμε ο,τι συνεβαινε γύρω μας ως ένα κακόγουστο αστείο και έτσι το προβάλαμε. 
Ένα χρόνο μετά ο λεκορμπυζιές έχει ωριμάσει μέσα μας. Ταυτόχρονα η κοινωνία  αλλάζει. Τότε, έχοντας ακόμη την ηχώ από τη δολοφονία του Αλέξανδρου, ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους αγανακτισμένος για τις κυβερνητικές αποφάσεις. Σήμερα, με μια κρίση ακομα να έχει φορεθεί στους ώμους μας, ο κοσμος βγαινει στους δρόμους χωρις να ξερει με τι να πρωτοασχοληθει. Η κρίση έχει σπάσει τη σκληρη ομπρελλα “αντιδρασης στο κατεστημενο” και η κοινωνική ενεργεια έχει κατακερματιστει σε μικροτερα αλλά πιο ειλικρινη κομματια, απο τα οποία μια μέρα θα γεννηθει κατι πραγματικό.



Ο κοσμος που βγαινει στους δρόμους μας θυμιζει τους σεισμόπληκτους. Χωρίς να περιμένει τίποτε, χωρίς να έχει, στην πραγματικότητα, ελπίδα πως η φωνή του θα ακουστεί καπου παραπάνω [στο Θεό?], βγαίνει στο δρόμο για να μετρηθεί με τον εαυτό του. Να επικοινωνήσει το φόβο του, να νιώσει ασφάλεια. Είναι μια καταπληκτική πολεοδομική συνθήκη αυτή που συμβαίνει, ο πολιτης ανακαλύπτει πως ο δημόσιος χώρος, είναι επέκταση του ιδιωτικού του. Σπάει τις σκληρές κυψέλες και αρχίζει να νιώθει σπίτι του “εκει έξω”. 
Καθώς προχωρούν οι γιορτινές μερες, ο δημόσιος χώρος γίνεται πεδίο και άλλων εξελίξεων. Οι πορείες μπορεί να γεμιζουν [και να ζεσταινουν] τους δρόμους του ιστορικου τριγώνου, τα μαγαζιά όμως και οι εμπορικοι δρόμοι στα προαστια συνεχίζουν να γεμίζουν από μικροκαταναλωτές, τα παιδιά έχουν διακοπές και οι μεγάλοι τραπέζια και περα-δώθε. Η απερχόμενη Δημαρχία της Αθηνας εμφανίζει τα τελευταία τραγικά στολίδια της, και απο την περιρεουσα κακογουστιά στους δρόμους καταλαβαινουμε οτι χριστουγεννιάζουμε.
Οι Αθηναίες και οι Αθηναίοι έχουν βγάλει τα χριστουγεννιάτικα μουλινεξ κουτιά τους απο την υγρασία της αποθήκης, το παταρι του θερμοσίφωνα, την ντουλάπα της γιαγιάς, στολισαν το πλαστικό - κατα κύριο λόγο, δεντράκι τους για 20η συνεχή χρονιά με τις ιδιες μπάλες [και μια ακόμη απο το ταξιδι μας στην Πραγα περισυ, ήταν πολύ ωραια] και έβγαλαν στο μπαλκόνι τα πιο λαμπερά φωτάκια τους, μαζί με κάθε είδους αγιοβασίλη, τάρανδο, χιονανθρωπο ή ωλτερνατιβ μαζεμενα ξυλα απο το βουνό. Καμία κρίση δεν θα εμποδίσει τον αθηναιο να στολίσει την όψη του. Και άλλωστε αυτό επιβάλλεται. Από τη γρια γειτόνισσα που θεωρεί τα φώτα στο μπαλκόνι ένδειξη ασφάλειας και συντροφιας [στολισαν και φέτος δοξα σοι ο Θεος να εχει καλα τα παιδιά] ως τον συναδελφο που πρεπει να διαγωνιστεί σε κιλοβατ φωταψίας [α εσεις βαλατε αυτη τη γιρλαντα, ναι εμεις βρηκαμε στο πρακτικερ αυτη που ειναι πιο εξελιγμενο και αδιαβροχο μοντελο, το πηραμε μαζι με το ηλεκτροκινητο του μικρου]. 
Ο στολισμός ειναι καμάρι. Είναι ένδειξη κοινωνικότητας. 
Η φροντίδα αυτή για την εξω όψη δεν μας είναι ούτε άγνωστη ούτε εντελως ξενόφερτη.. Απο το πρωτομαγιάτικο στεφάνι, στο προσεγμένο ακροκέραμο και τη ζαρντινιέρα των λαικών σπιτιών, το γιορτινό άσπρισμα στα νησιά και τη σημαία στις εθνικές εορτές, η εξωτερικευση υπάρχει βαθιά στην παράδοση του Έλληνα. Νιώθουμε την αναγκη να βγάλουμε μια -κοινη σε γενικές γραμμες- ταυτότητα προς τα έξω, να δώσουμε μια ουσία στον κοινό χώρο, να τον κατοικήσουμε. 
Ο στολισμός των χριστουγέννων μας ερχεται από λιγο πιο μακρια, ισως απο την αμερικη και τους εκει χριστουγεννοδιαγωνισμους. Σε καθε περιπτωση ξεχασαμε το καραβακι στο φαληρισμενο ναυπηγειο του, και βαλαμε στο μπαλκονι τον αγιοβασιλη διαρρηκτη [αυτην την εμπνευση δεν την καταλαβαμε ποτε]. Η κακογουστιά πέρα από το αλλότριο στοιχείο εκδηλωνεται και μέσω της υπερβολής και του πολλαπλασιασμού που μας πιάνει αυτές τις μέρες. Αλοιμονο, δν εχουμε δει ακομα πρόσοψη το Μαη τιγκαρισμενη με στεφάνια σαν κηδεια. [έχουμε δει όμως απανωτες σημαιες κατι που ειναι αντικειμενο εθνικου κιτσπροβληματισμου]. Η κακογουστιά εκφράζεται εκεί που ο άνθρωπος είναι ξένος. Και αυτή η απομάκρυνση ειναι που πρέπει να νικήσουμε.
Σε μια δεύτερη όμως ανάλυση ο στολισμός κολλάει περίφημα με τις πορείες. Είναι και οι δύο μια προσπάθεια του πολίτη να δείξει “έξω” αυτό που συμβαίνει “μέσα”. Μια ψυχολογική ανακούφιση. Στην μια περίπτωση βγαίνει να διαμαρτυρηθεί μαζικά και όχι μόνο φτύνοντας την Τρέμη στην τηλεόραση, στην αλλη νιώθει την ανάγκη να στολίσει και την όψη του, πέρα απο το καθιστικό του. Έστω με τα κακόγουστα στολίδια του. Ποιος θα του στερήσει αυτή τη χαρά σε αυτές τις συνθήκες, που όχι μόνο πονάμε την παιδεια, την υγεια, την κοινωνια, αλλά που ο δρόμος μας αποκτά ξανά την χάρη του κοινού. 
Για χάρη αυτου του κοινού, που σε καθε περιπτωση μας παιρνει μακρια απο το ξενο, ας παρουμε ο,τι καλο εχει να μας δειξει το χριστουγεννιάτικο πνεύμα [πέρα απο τα μελομακάρονα και τις επαναλήψεις της κορομηλά] και ας προσπαθησουμε να δουλεψουμε στο κεφαλι μας τοσο ως ψυχολογία όσο και ως αρχιτεκτονική την ιδέα της κοινότητας.
Με αυτό το διπλό γεφύρωμα αναμεσα στην επανάσταση και τον πλαστικό ταρανδο, ενα χρόνο μετά ο λεκορμπυζιές σας ευχεται χαρούμενες γιορτές, σε όποιο θεο και αν πιστεύετε. Εμεις, υποκλνόμαστε στον τρισμέγιστο και ως τυπικοι αρχιτέκτονες επιστρέφουμε στα ώτοκαντ μας. 
Θα τα ξαναλέμε, μεχρι τοτε,
Να ειστε καλοί ο ένας με τον άλλον. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου