Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

αρχιτεκτονική είμαι και φέρομαι




Χτες το απόγευμα, στην καρδιά ενός ολάνθιστου, ανοιξιάτικου Παρισιού, ο Peter Zumthor έκλεισε την ομιλία που έδωσε στο Pompidou, παρουσιάζοντας έναν-έναν τους νεαρούς συνεργάτες του σε φωτογραφίες. Αφιέρωσε τόσο χρόνο σε αυτό, όσο για να εξηγήσει με απόλυτη αγάπη τη σκέψη πίσω από το σχεδιασμό καθενός από τα τρέχοντα έργα του, να περιγράψει το σπίτι του στις Ελβετικές Άλπεις, τις κάρτες γενεθλίων που αχνοφαίνονταν στις φωτογραφίες του ατελιέ του, το πρωινό πρόγραμμα του τετράχρονου εγγονού του, για να κανει πλάκα με το κοινό και τον μεταφραστή της διάλεξης. Εμφανίστηκε μπροστά στους 300 που κατάφεραν να μπούν στην Grande Salle στα υπογεια του Beaubourg και τους 400 που τον παρακολούθησαν από μια κινηματογραφική οθόνη δύο ορόφους πιο πάνω, για λιγα μονο λεπτά μέσα σε φώς, αφού απολογήθηκε εξηγώντας πως ντρέπεται να  βλέπει τον κόσμο. Στάθηκε στη σκιά και μίλησε αργά αγγλικά με γερμανική προφορά. Το κοινό, κατά πλειονότητα γάλλοι φοιτητές απο τις δεκαδες αρχιτεκτονικες σχολές του Παρισιού, τον παρακολούθησαν με ταυτόχρονη μεταγλώτισση φορώντας αστεία ακουστικά που έτριζαν σε κάθε παρεμβολή σήματος κινητού. Η δίωρη παρουσίαση κύλησε ήρεμα, ένα ταξίδι ανάμεσα στις ελβετικές άλπεις, τις νορβηγικές ακτές, σε βιομηχανικά σιλό, μακέτες απο πηλό, άτακτες ακουαρέλες και παιχνιδιάρικα σκίτσα με μαρκαδόρο που δεν απέπνεαν τη στημμένη σοβαρότητα ενός πολυβραβευμένου αρχιτεκτονικού γραφείου. 





Ο Zumthor μοιράστηκε τις σκεψεις του άλλοτε με χαριτωμένα αφελή τρόπο, άλλοτε με ειρωνία απέναντι στο στάτους της σύγχρονης αρχιτεκτονικής πρακτικής. Παραπονέθηκε, για παράδειγμα, πως οι όγκοι ενός κτιρίου που σχεδιάζει αυτήν τη στιγμή δεν του αρέσουν, χάθηκε σε ενα συλλογισμό για το πως θα καταφέρει την άλλη βδομαδα να τους σουλουπώσει. Ταυτόχρονα, έδειξε δύο ψευτικες πινακίδες, σατιρίζοντας πως σε καθε πολεοδομική επέμβαση επιβάλλεται να “ενώνουμε τα πάντα με τα πάντα” και να δημιουργούμε “ζωντανα” κέντρα, ακόμα και αν αυτό δεν έχει κανένα νόημα ή είναι πρακτικά αδύνατον. Δεν έδειξε καμία διάθεση να θεωρητικοποιήσει την πρακτική του. “Σε όλους αρέσουν οι γέφυρες, και σε μένα, γι’ αυτό ωπ, βάλαμε μια, δυο, τρεις γέφυρες εδώ. Πανέμορφες γέφυρες...” Ασχολήθηκε με το κάθε προτζεκτ του ξεχωριστά, ανελυε τον τόπο, τη φύση, την ιστορία πίσω απο κάθε επέμβαση. Είχε να διηγηθεί κουτσομπολιά, προβλήματα με τις αρχες, αστείες ιστορίες, όλα εκείνα τα στοιχεία που δείχνουν έναν άνθρωπο που δεν έχει αναθέσει τη δουλειά του σε κάποιον τρίτο. Στο τέλος της παρουσίασης, όταν ανοιξαν τα φώτα, σταθηκε αμηχανα και έφυγε γρήγορα, δεν απαντησε σε ερωτησεις. 
Κάποιος θα έλεγε πως τα έκανε όλα λαθος, επέβαλλε στο πιο ψωνισμένο γλωσσικά κοινό ακουστικά, έδειξε παιδικά σχέδια και πλήθος καλλιτεχικές φωτογραφίες, μίλησε ελάχιστα για αρχιτεκτονική και περισσότερο για τη κάθε μέρα του, δεν προσέφερε κάποια μέθοδο προς κατανάλωση, παρά μόνο ανέλυσε σημειακά τα έργα του και εξαφανίστηκε όσο γρήγορα εμφανίστηκε. Παρ’ όλα αυτά το χειροκρότημα του κοινού, που διήρκησε πάνω από 5 συνεχόμενα λεπτά και με κύματα αναζωπύρωσης, έδειξε πως κάτι σημαντικότερο συνέβη στην σκοτεινή αίθουσα από μια αρχιτεκτονική διάλεξη.
Λιγότερο από ένα μηνα πρίν, τη σκηνή του ίδιου χώρου διέσχιζε το δίμετρο σώμα του μεγάλου Ρεμ. Ο άρχων της σύγχρονης αρχιτεκτονικής μίλησε με σπαστά γαλλικά στο κοινό, πίσω από το ολόφωτο πόντιουμ, για την μάχη ανάμεσα στο νέο και το παλιό, την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς σε πολεοδομικό και κτιριακό επίπεδο, με αφορμή το νέο κονσεπτ Chronocaos που λάνσαρε το γραφείο του, ΟΜΑ. Στην παρουσίαση του, που διήρκησε κατι λιγότερο από μια ώρα διέσχισε γρήγορα 4 ηπείρους και 10 χώρες, έδειξε πίνακες και γραφικά, με πληθος πληροφορίας αδύνατο να διαβαστεί στο ένα λεπτο που κράταγε το slide, παρουσίασε μια μεθοδολογία θεώρησης της αρχιτεκτονικής μνήμης με τετραγωνάκια και pizza slices, έκανε αυτοαναφορικά αστεία για τους starchitects και κατέληξε σε συγκρίσεις αναμεσα στο χρηματιστήριο, τον τουρισμό και τη μνήμη. Μετά το σόου της μιας ώρας άλλαξε θέση στη σκηνή, μεταφέρθηκε σε ένα αυτοσχέδιο σαλόνι με δερμάτινες καρέκλες και απάντησε στις ερωτήσεις μιας γαλλίδας κριτικού τέχνης, που μάλλον τον δυσκόλεψαν σε ό,τι αφορά την ταχύτητα της γλώσσας. Ακολούθησε ένα δεύτερο σόου, τύπου Όπρα, όπου απάντησε σε ερωτήσεις των φοιτητών, οι οποίοι κατεκλυζαν και αυτη τη φορά την αίθουσα. Ερωτήσεις σχετικές και άσχετες με το θέμα της παρουσίασης, απαντήσεις σχετικές και άσχετες με τις ερωτήσεις και το ελαφρά επιτηδευμένο ύφος τους. Η συζήτηση διακόπηκε απότομα στο τέλος της δεύτερης ωρας, για να ακολουθήσει μια μαζική κάθοδος του κοινού στην “πιστα”, η -τυχαία-φωτογράφιση με iphone πλάι στον γίγαντα, η υπογραφή των βιβλίων του [μπορούσε να τα αγοράσει κανείς απο τραπεζάκια στην αναμονή της εισόδου] και οι φιλοφρονήσεις σε 3 γλώσσες. Ο μεγάλος Ρεμ ήταν εκεί, μπορούσες να του ακουμπήσεις τον αγκώνα [ο ώμος ήταν πολύ ψηλά] να τον κοιτάξεις στα υγρά μάτια, να μυρίσεις τον ιδρώτα του. Ομως ήταν λιγότερο ανθρώπινος από τον “απόμακρο” και ντροπαλό Zumthor. 
“To me, buildings can have a beautiful silence... a building that is being itself, being a building, not representing anything, just being. “ ¹
Ένα από τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης αρχιτεκτονικής ειναι η εξάντληση της δυνατότητας της να αυτοφέρεται εννοιολογικά. Πρόκειται για μια μεταφορά δανεισμένη από τη δομομηχανική, που χρησιμοποιείται εδώ για να δηλώσει τη φυσική διελκυστίνδα ανάμεσα στη χρηστικότητα της αρχιτεκτονικής και στην αντιμετώπισή της με όρους τέχνης. Ακόμα όμως και αν το αρχιτεκτονημα ειδωθεί ως μια “μηχανη παραγωγής συναισθήματος”, ένα σκηνογράφημα ατμόσφαιρας, απέχει πολύ από τη μεταφορά του σε γλυπτό πολυτελείας, που κουβαλάει στο σχεδιασμό του τη διάθεση επιβολής μιας ηθικής πλασμένης από κοινωνικούς μύθους ² . Τα τελευταία χρόνια η λεπτή ισορροπία έχει χαθεί. Αυτή ήταν και η μεγάλη διαφορά στις αρχιτεκτονικές προτάσεις που παρουσιάστηκαν από τους δύο ομιλητές. Στη μία περίπτωση το κάθε αντικείμενο σχεδιάστηκε αυτοαναφορικά, χωρίς να παριστάνει κάτι που δεν είναι, όπως χαριτωμένα περιγράφει ο Zumthor στο βιβλιο του “thinking architecture”. Αντιμετωπίζοντας τα κτίρια του σχεδόν σαν έργα τέχνης, ο Ελβετός αρχιτέκτονας μπλέκει υλικά, ιστορία, μνήμη, τόπο, συναίσθημα. Δίνει ζωή με τον τρόπο του στο χώρο, τον φορτώνει με παρελθόν πριν κάν ανοίξει στο κοινό. Αγνοεί κάπως υπεροπτικά το τι του ζητούν να σχεδιάσει και κυρίως δεν προσπαθεί να επιδείξει κοινωνική ευαισθησία με σκληρές εικόνες αλλά ξεκινώντας μια παρουσίαση με το πρόσωπο του εγγονού του. Ο ξυλουργός που έγινε ακριβοθώρητος παππούς με pritzker ξέρει να ακούει καλά τις σιωπές του χώρου. 
Η αντίρροπη δυναμη της αρχιτεκτονικής προκαλεί με εναν στεγνό ρεαλισμό. Ο Ολλανδός κρατάει γερά τους κανόνες του μάρκετινγκ, τοποθετεί τα έργα του πάντα σε ένα ηθικό πλαίσιο παγκόσμιας τάξης. Η κάθε ενέργεια, η κάθε επέμβαση προοικονομείται από ένα καθολικό μπεστ σελλερ μανιφέστο. Το κάθε μανιφέστο ακολουθεί [ή προοικονομεί] τους τίτλους ειδήσεων. Ο Κουλχας προκαλει στην προσπαθεια του να ταχτοποιήσει την αρχιτεκτονική σε εναν -ισμο, και να συγκρατηθει στην κουρσα των σταρκιτεκτς, πλαι στα αναδυόμενα Δανεζικα και Ιαπωνικά σχήματα. Ο δεν-θελω-να-γινω-αρχιτεκτων, ανθρωπολόγος Franco La Cecla, στο πολυσυζητημένο βιβλίο του “Ενάντια στην Αρχιτεκτονική” έχει να προσάψει στον Κούλχας από αφελή ναρκισσισμό ώς ενεργό συμμετοχή σε ένα καταρρέον οικονομικό συστημα που ξεπλένει αόρατο χρήμα σε επενδύσεις γής. ³ Σε κάθε περίπτωση, ίσως και από κομπλεξισμό, τον κατηγορεί πως από το αεροπλάνο του δεν μπορεί να αφουγκραστεί το χώρο, την ατμόσφαιρα που θελει τόσο να ελέγξει, όπως θά λεγε και ο Wigley ⁴. 
Ο αρχιτέκτων, απο την αναγεννησιακη περίοδο του θριάμβου της διάνοιας και της πτώσης του χρήστη, φαντασιώθηκε πως με την μικρή πράξη του μπορει να αλλάξει μαζικά τον κόσμο που τον περιβάλλει. Το όραμα αυτό, αποτελεί μια διαρκή ρομαντική αναφορά ως τις μέρες μας. Δεν ειναι αρνητική σκεψη, ολοι φέρουμε ευθύνη ν’άλλαξουμε την περιοχή μας ως εκεί που φτάνουν τα χέρια μας. Είναι σημαντικό όμως μέσα στην παράνοια των αρχιτεκτονικών φυτωρίων εκπαίδευσης και του ζάπινγκ των διαγωνισμών, που λειτουργούν σαν άλλο ριάλιτυ για σταρκιτεκτς, να θυμάται κανείς πως η αρχιτεκτονική δεν αποτελεί δυσνόητο έργο ανάμεσα στον ηθο-ποιό και τον “θεατη”, ούτε αγωγή δικτατορικής ιατρικής για την απαλυνση του παγκοσμιου κοινωνικού ελειματος. Οι πόλεις, τα κτίρια και η ίδια η κοινωνία έχουν σιωπές που πρέπει να ησυχάσουμε για να ακουστούν. Και αυτή η ελπίδα μιας εντελώς “αλλοπρόσαλλης” αρχιτεκτονικής ευαισθησίας ήταν που ακούστηκε ηχηρά στη σκοτείνή διάλεξη του Zumthor, αλλά χάθηκε κάτω από τα φλας, στον μεγάλο [?] Ρεμ. 
¹.  Peter Zumthor - “Thinking architecture”
².  ένα παράδειγμα που μπορεί να επεξηγήσει αυτό που υπονοείται εδώ, βρίσκουμε σαν αναφορά στο βιβλίο “Αστική κοινωνιολογία, καπιταλισμός και νεωτερικότητα” των Mike Savage και Alan Warde ως αναφορά στους Bell, Newby: 
“Στη βιβλιογραφία του αστικού σχεδιασμού, η νοσταλγία για μια φανταστική χαμένη κοινότητα έχει διαστρεβλώσει τον τρόπο με τον οποίο οι αρχιτέκτονες νέων αστικών συνοικειών εκλαμβάνουν την αποκατάσταση των σχέσεων της “κοινότητας”, κυρίως με βάση έναν πιο αποτελεσματικό κοινωνικό έλεγχο υποτελών κοινωνικών ομάδων” 
Aν αυτο συνδυαστεί με μια γενικότερη αντίληψη των αρχιτεκτόνων, πως η αστική κοινωνιολογία και ανθρωπολογία τους αφορά ως χόμπι, παρά ως απαραίτητο εργαλέιο, καταλαβαίνουμε γιατί πολλές κοινωνικές θεωρήσεις τoυς είναι πλασματικές και οδηγούν σε μη χρηστικές κοινωνικές λύσεις.
³. Ο Cecla αφιερώνει πολλά αποσπάσματα του βιβλίου του στον Κούλχας, στοχοποιώντας τον, μαζί με τον Γκέρυ, ώς τους "κακούς" της συγχρονης αρχιτεκτονικής. Ενδεικτικά : 
“ο Κούλχας, ένα άτομο έξυπνο και προσεκτικό, έιναι στην τελική ένας φιλόδοξος μελετητής, χρησιμοποιέι το παλαιό όλπο του “ρεαλισμού” για να επικυρώσει το “Στατους Κβο”, εν συντομία νίπτει τας χείρας του με τον πιο κομψό τρόπο, βεβαιώνοντας ότι στο κάτω-κάτω της γραφής το ρεαλιστικό είναι η μοίρα του πραγματικού. Το παγιώνει σε ένα πλαίσιο που του επιτρέπει οποιαδήποτε ενέργεια γιατί την αδειάζει από ευθύνες και τη ρίχνει στην επιφάνεια μιας παρακμάζουσας αισθητικής, όπως ένας τεκές οπίου.” 
για να συνεχίσει παρακάτω πιο σκληρα πως 

“Στο τέλος μου έρχεται να πώ : γιατί του επιτρέπουμε να βάλει χέρι σε ένα τόσο σοβαρό πράγμα όπως η πόλη, δεδομένου οτι δείχνει να γνωρίζει όλο και πιο πολύ από αεροδρόμια και τζετ-σετ; Εν ολίγοις, τί ξέρει αυτός από όλες αυτές τις πόλεις, τι ξέρει για το πώς ζεί ο κόσμος και πως προσδίδει νόημα στους δικούς του χώρους? ”
να σημειώσουμε εδώ οτι ο λεκορμπυζιές κατέχει στα κίτρινα γραφεία ένα αντίτυπο αυτού του βιβλίου υπογεγραμμενο από τον Κούλχας. Ναι, τον εξαπατησαμε.
⁴. Στην εξαιρετική συλλογή του Athens by Sound, βρίσκουμε ένα κείμενο του Mark Wigley “Η αρχιτεκτονική της ατμόσφαιρας” στο οποίο αναλύει την αρχιτεκτονική ως “ένα σκηνικό που παράγει μια αισθαντική ατμόσφαιρα” και την ίδια την πόλη σαν ένα αθροισμα “ζωνών διαφορετικών ψυχικών ατμόσφαιρων”, τις οποίες ο αρχιτέκτων ως άλλος “μετεωρολόγος” οφείλει να αναγνωρίζει και να αφουγκράζεται. 

1 σχόλιο:

  1. Πολυ ενδιαφερον αρθρο, αν και πιστευω οτι εκφρασεις του τυπου 'στον μεγάλο [?] Ρεμ',αποτελουν πλεονασμο, και οτι οι αναγνωστες με την στοιχειωδη ή μη γνωση επι του θεματος μπορουν να διακρινουν την ειρωνεια λεκτικα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή